Η ταβέρνα της Τζαμάικα

Άρθρο του Νίκου Μπελαβίλα στην Αυγή (1.11.2009)

Το 1935, η Δάφνη ντι Μωριέ έγραψε ένα διήγημα, την Ταβέρνα της Τζαμάικα. Αργότερα, ο Άλφρεντ Χίτσκοκ σκηνοθέτησε την ιστορία και κινηματογράφησε ένα από τα καλύτερά του θρίλερ. Η ιστορία, η οποία τοποθετείται από τη συγγραφέα στις αρχές του 19ου αιώνα,  περιγράφει τη δράση μιας συμμορίας χωρικών της Κορνουάλλης, οι οποίοι λεηλατούν ναυάγια τις νύχτες με τις θύελλες στις απόκρημνες ακτές, εγκαταλείποντας τους ναυαγούς.

Στις ακτές του δικού μας βορειοανατολικού Αιγαίου ανθεί σήμερα ένα ιδιότυπο παραεμπόριο. Ντόπιοι νησιώτες εντοπίζουν τους λαθρομετανάστες την ώρα που πλησιάζουν τις ακτές και σπεύδουν να συλλέξουν τα υπολείμματα των βυθισμένων ή μισοβυθισμένων σκαφών που τους μετέφεραν. Τις φουσκωτές λέμβους, τα σωσίβια και κυρίως τις εξωλέμβιες μηχανές. Τα σκάφη αυτά κατά κανόνα βυθίζονται πριν να φθάσουν στη στεριά. Ηθελημένα ή αθέλητα. Άλλες φορές πέφτουν στις ξέρες, άλλες φορές τα καταστρέφουν οι διακινητές ή και οι ίδιοι οι φυγάδες, για να μην υπάρχει δρόμος επιστροφής.

Οι ντόπιοι βουτούν στη θάλασσα και ανελκύουν μηχανές και φουσκωτά. Λένε στα καφενεία, της Σάμου και της Μυτιλήνης, ότι φτάνουν να πλευρίζουν δίπλα στις λέμβους προτού βγουν οι άλλοι στη στεριά. Για να προλάβουν να πλιατσικολογήσουν. Μέσα από μια νομότυπη διαδικασία οι ευρόντες δηλώνουν τα ευρήματα και μετά από την παρέλευση ενός έτους γίνονται τυπικά κύριοί τους. Οι εξωλέμβιες μηχανές είναι τα πιο ακριβά κομμάτια. Πωλούνται στη συνέχεια σε τιμές που κυμαίνονται γύρω στα πεντακόσια ευρώ.

Αυτοί που ασχολούνται με το περίεργο κυνήγι ναυαγίων, πιθανόν να είναι οι ίδιοι άνθρωποι, ψαράδες, υπάλληλοι, συνταξιούχοι, μικροεπαγγελματίες, που στο φτωχικό τους παράκτιο αυθαίρετο υψώνουν την ελληνική σημαία επιδεικνύοντας την ψυχή τους, στους γείτονές τους και στο πουθενά των συνόρων. Είναι οι ίδιοι, που διαμαρτύρονται, αναστατώνονται και ενοχλούνται από τις καραβιές των μεταναστών.

Αλλά παρακολουθούν στις βραδινές ειδήσεις με το ενδιαφέρον τού «μακριά από εμάς» τις σφαγές, από τη Βαγδάτη μέχρι το Ισλαμαμπάντ, χωρίς ποτέ να αναρωτηθούν, μήπως οι νέοι και τα γυναικόπαιδα που η θάλασσα του Αιγαίου ξεβράζει στα κατώφλια τους περπάτησαν από εκείνες τις εμπόλεμες ζώνες μέχρι τα ακρογιάλια της Μικρασίας για να σωθούν. Όπως τόσοι και τόσοι. Είναι οι ίδιοι που τα αδέλφια τους, οι πατεράδες και μπαρμπάδες τους ταξίδεψαν χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, στοιβαγμένοι σε άλλα καράβια και τραίνα, για να δουλέψουν πρόσφυγες σε ανθρακωρυχεία, φάμπρικες και υπόγεια μαγειρείων. Για να γλυτώσουν τους εδώ πολέμους, την εδώ φτώχεια.

Πεντακόσιοι έντεκα μετανάστες πνιγμένοι στα στενά του Αιγαίου από το 2006. Πέντε παιδιά και τρεις γυναίκες στον Κόρακα της Λέσβου τα θύματα των τελευταίων ημερών. Ένας άγριος ξυλοδαρμός στην Παγανή την περασμένη εβδομάδα, μια θανατηφόρα ανάκριση στη Νίκαια τον περασμένο μήνα, τα παρελθόντα της Ηγουμενίτσας, της Πάτρας, του Αγίου Παντελεήμονα, της Πέτρου Ράλλη και της Θηβών. Η συνεχής καθημερινή βία απέναντι στους πρόσφυγες προβάλλει κάθε τόσο στην επιφάνεια, όταν το περιστατικό είναι τόσο βαρύ που δεν μπορεί να κρυφτεί ή όταν από τύχη αποκαλύπτεται.

Σήμερα, στο Μπόντμιν της Κορνουάλλης, η Ταβέρνα της Τζαμάικα είναι ένα ρομαντικό χάνι μέσα στην ομίχλη του αγγλικού τοπίου. Αποτελεί μια από τις πολυσύχναστες τουριστικές ατραξιόν. Στους πάγκους του πωλητήριου αναμνηστικών πωλείται το βιβλίο της Δάφνης ντι Μωριέ. Το διαβάζουν φιλήσυχοι οικογενειάρχες, συγκινούνται και αναρωτιούνται πώς είναι δυνατόν να υπήρχε στον κόσμο τότε τόση απανθρωπιά.

Advertisements

~ από dikaiomatansyn στο 1 Νοέμβριος, 2009.

 
Αρέσει σε %d bloggers: