Τα «αυτονόητα» της αντιμεταναστευτικής επιχειρηματολογίας

Της Επιτροπής Δικαιωμάτων της Νεολαίας Συνασπισμού (ΕΝΕΔΡΑ, τεύχος 43)

Το ακούσαμε συχνά όλα αυτά τα χρόνια: «εγώ δεν είμαι ρατσιστής, αλλά…». Κάποτε αυτό το «αλλά» ήταν πρόλογος ενός ρατσιστικού επιχειρήματος κι άλλοτε αποδεικνυόταν ότι ο συνομιλητής μας είχε τελικά δίκιο: δεν ήταν ρατσιστής, αντίθετα, είχε πολύ σοβαρούς λόγους να μην είναι. Τι, όμως, ακολουθούσε (και ακολουθεί) αυτό το «αλλά»;

1. Η θεωρία του γεμάτου καραβιού

«Όταν χιλιάδες θύματα ενός ναυαγίου ζητούν απελπισμένα βοήθεια, μοιάζει πολύ σκληρό το ότι δεν μπορείς να τους πάρεις όλους. Και όμως, είναι πιο ανθρώπινο να τους προειδοποιήσεις ότι δεν πρέπει να έχουν ψεύτικες ελπίδες και να φροντίσεις να σώσεις τους ανθρώπους που βρίσκονται ήδη μέσα στη βάρκα». Με το επιχείρημα αυτό, η ελβετική κυβέρνηση έδιωχνε τους ξένους που ζητούσαν καταφύγιο στα ελβετικά σύνορα. Ήταν το 1942 και επρόκειτο για τους διωκόμενους του ναζιστικού καθεστώτος. Μέχρι τότε η Ελβετία είχε αναλάβει την περίθαλψη 16.400 ατόμων, αφήνοντας τους υπόλοιπους στη φρίκη του Άουσβιτς και του Νταχάου. [1]

Το επιχείρημα του «γεμάτου καραβιού» προβάλλεται ακόμα, από καλοπροαίρετους ανθρώπους, αλλά και από τους ακροδεξιούς όλων των αναπτυγμένων χωρών (Λεπέν, Φίνι, κ.ά): το υπερωκεάνιο γίνεται ξαφνικά …ψαροκάικο.

Το επιχείρημα αποσιωπά ότι:

α) ο «Πρώτος Κόσμος» -δηλαδή και η Ελλάδα- ξοδεύει προκλητικά πολλαπλάσιους πόρους απ’ όλο τον υπόλοιπο πλανήτη (υπερκατανάλωση, σπατάλη ενεργειακών πόρων, υπέρογκες δαπάνες για εξοπλισμούς), ενώ επιτελεί λεηλασία αιώνων στον πλούτο αναπτυσσόμενων χωρών (Σιέρα Λεόνε, Νταρφούρ κ.α.), καταδικάζοντας εκατομμύρια ανθρώπους στη στέρηση τροφής και νερού [2],

β) η (ελληνική) οικονομία δεν είναι στατικό μέγεθος, άρα η αύξηση του πληθυσμού μπορεί να λειτουργήσει τονωτικά (αύξηση προσφοράς εργατικών χεριών, κατανάλωση),

γ) η παρουσία μεταναστών δε νοείται σε καμία χώρα, αν αυτή δεν είναι οικονομικά εύρωστη ή οι μετανάστες δεν βρίσκουν εκεί πιο ικανοποιητικές πηγές εισοδήματος και, τέλος,

δ) ότι ειδικά στην Ελλάδα, η περιπλάνηση μεταναστών χωρίς δουλειά ή απασχολούμενων ευκαιριακά, οφείλεται στο ότι οι άλλες χώρες της Ευρώπης που αποτελούν προορισμό τους, τους υψώνουν τείχη. Ποιοι θα αποφασίσουν, τελικά, πόσοι χωράμε;

2. Η «αναγκαιότητα» των ποσοστώσεων

Αφού «δεν χωράμε όλοι», και προκειμένου να διατηρήσουμε ένα …μίνιμουμ ανθρωπισμού, ορισμένοι προτείνουν την αποδοχή μεταναστών με εθνικές ποσοστώσεις. Αν δεν εφαρμοστούν αυτές –λένε οι ίδιοι-, ενδέχεται οι μεγαλύτερες εθνικές κοινότητες να ζητήσουν να αναγνωρίζονται ως εθνικές μειονότητες. Δικαιολογεί άραγε ένα τέτοιο ενδεχόμενο τη βία που θα χρειαστεί για να διωχτούν όσοι υπερβαίνουν το «σωστό» ποσοστό; Έχουν άραγε οι μετανάστες κάποια φυσική ροπή προς τον εθνικισμό –πόσο μάλλον κάποιο σχέδιο αφελληνισμού της χώρας που τους υποδέχεται; Μήπως, τελικά, το θέμα είναι η Ελλάδα να συνεχίσει να κατέχει το παγκόσμιο ρεκόρ της χώρας χωρίς καμιά εθνική μειονότητα (!), στερώντας παράλληλα τα πολιτικά δικαιώματα απ’ όσους ζουν και δουλεύουν στο έδαφός της;

3. «Πρώτα οι Έλληνες»

Η παρουσία των μεταναστών-τριών και στη χώρα μας, τόνισε το γεγονός ότι βασικές κοινωνικές δομές αφέθηκαν στην τύχη τους τα τελευταία χρόνια και ότι το « κράτος πρόνοιας» διαλύθηκε, προς όφελος των ιδιωτών. Προτεραιότητα είχαν όλα αυτά τα χρόνια τα «δυναμικά στρώματα της ελληνικής κοινωνίας» (βλ. Χρηματιστήριο, Ολυμπιακοί Αγώνες, ενίσχυση τραπεζών με 27 δις μέσα στην οικονομική κρίση), με τα οποία οι εθνικιστές δεν είχαν ποτέ κανένα πρόβλημα. Οι υποστηρικτές της «εθνικής προτεραιότητας» στην κάλυψη των κοινωνικών αναγκών (προνοιακός σωβινισμός), όχι μόνο δεν ασχολήθηκαν με αυτήν την πραγματικότητα, αλλά σήμερα απειλούν τις κοινωνικές συμμαχίες που προτείνει η Αριστερά για να την αλλάξει. Σήμερα, ακόμα και «τεχνοκράτες των Βρυξελλών» εκτιμούν πως οι μετανάστες, όντας νέοι σε «παραγωγικές» ηλικίες, μπορούν να δώσουν τονωτική ένεση στα ασφαλιστικά και συνταξιοδοτικά συστήματα των χωρών της Ευρώπης, ο πληθυσμός της οποίας εμφανίζεται γηρασμένος [4].

Στο βαθμό που αδιαφορεί για όλα τα παραπάνω, ο προνοιακός σωβινισμός δεν μπορεί παρά να ιδωθεί ως η μεταμφίεση, σε επιχείρημα, του Μεγάλου Φόβου των συντηρητικών και ακροδεξιών ανά την Ευρώπη: ότι η στέρηση βασικών αγαθών, στην οποία «συναντιούνται» ντόπιοι και ξένοι, μπορεί να γίνει το έδαφος κοινών αγώνων («ταραχών», θα έλεγαν απαξιωτικά οι «νοικοκυραίοι») απέναντι στους πλούσιους, με ενδεχόμενο να ανατραπεί, όχι γενικώς «το υψηλό βιοτικό επίπεδο μιας ευρωπαϊκής χώρας», αλλά τα προνόμια και η εξουσία των ισχυρών της.

4. «Οι Τούρκοι μας στέλνουν λαθραίους»

Το 2001, Ελλάδα και Τουρκία υπέγραψαν το πρωτόκολλο επανεισδοχής μεταναστών, για την μη τήρηση του οποίου κατηγορεί η Ελλάδα την Τουρκία. Πρόκειται, ωστόσο, για συμφωνία που έχει καταγγελθεί από οργανώσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα όπως η Διεθνής Αμνηστία, καθώς παραβιάζει το προσφυγικό δίκαιο: τον Αύγουστο του 2007, για παράδειγμα, η Ελλάδα έδιωχνε πίσω στο Ιράκ, μέσω Τουρκίας, οικογένειες και ασυνόδευτους ανηλίκους, χωρίς καμιά εγγύηση για τη ζωή τους, μολονότι προστατεύονταν από τη Συνθήκη της Γενεύης. Με αυτήν την έννοια, είναι τουλάχιστον εξοργιστική η χρήση του στερεότυπου «οι Τούρκοι φταίνε για όλα», είτε στην εκλεπτυσμένη εκδοχή του κ. Παυλόπουλου, είτε στην πιο βάρβαρη, της ακροδεξιάς και των εκπομπών τύπου Χαρδαβέλλα.

5. Εγκληματικότητα, υποβάθμιση, γκετοποίηση

Οι μετανάστες και οι πρόσφυγες ενοχοποιήθηκαν ξανά και ξανά για την εγκληματικότητα και την υποβάθμιση σε περιοχές όπως ο Αγ. Παντελεήμονας, το ιστορικό κέντρο της Αθήνας, η Πάτρα. Ζητήθηκε περισσότερη αστυνόμευση εκεί όπου χρειαζόταν η παρέμβαση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και του Υπουργείου Παιδείας. Αγνοήθηκε ότι η κοινωνική περιθωριοποίηση «διευκολύνει» την προσφυγή σε εγκληματικές δραστηριότητες και ότι η προστασία και η αλληλεγγύη που αρνείται η επίσημη πολιτεία, υποκαθίστανται από αυτές της συμμορίας. Ενοχοποιήθηκαν για το εμπόριο ναρκωτικών οι μετανάστες, σα να μην εκτυλισσόταν αυτό μέρα μεσημέρι, με τη συμμετοχή Ελλήνων, κάτω από τη μύτη της Αστυνομίας. Χρεώθηκαν την υποβάθμιση περιοχών, γιατί πολλοί αρνήθηκαν να σκεφτούν το αυτονόητο: ότι οι πιο φτωχοί των φτωχών πηγαίνουν σε περιοχές ήδη υποβαθμισμένες, αφού εκεί μπορούν να επιβιώσουν με λιγότερα χρήματα. Υπερτονίστηκε η υπαρκτή παραβατικότητα και αποσιωπήθηκε ότι οι «υποβαθμισμένες» περιοχές έχουν μπει στο στόχαστρο επιχειρηματιών που θέλουν να τις «αναπτύξουν» (άρα να διώξουν τους μετανάστες που βρίσκονται γύρω από κτίρια-«φιλέτα»). Αποσιωπήθηκε ότι σε όλες τις κατηγορίες εγκλημάτων, οι μετανάστες έχουν μικρότερη συμμετοχή από τους Έλληνες [5], ότι υπερέχουν μόνο στα «αδικήματα περί τα υπομνήματα» (π.χ. πλαστογράφηση), με θύματα τους ίδιους [6] και ότι τα επαχθέστερα εγκλήματα, αυτά που έπληξαν συνολικά την ελληνική κοινωνία, είχαν δράστες Έλληνες, συχνά υπό την κάλυψη/εμπλοκή κρατικών παραγόντων. Ξεχάστηκε, τέλος, ότι η εικόνα του φρόνιμου φιλοξενούμενου που έχουν πολλοί για τους Έλληνες μετανάστες, διαψεύδεται από τις στατιστικές των εγκληματολόγων της δεκαετίας του ’20 και του ’30 (βλ. το ντοκυμανταίρ «Βρωμοέλληνες», του Στ. Κούλογλου).

6. Οι «αναγκαίες» αποστάσεις των πολιτισμών

Ο σύγχρονος ρατσισμός δεν μιλάει συχνά στο όνομα της φυλής και του αίματος. Αυτό που συνήθως υποστηρίζει, είναι ότι οφείλουμε να προστατεύσουμε τις διαφορές των πολιτισμών και να αποτρέπουμε την ανάμειξή τους, για να μην τους καταστρέψουμε.

Πώς, όμως, ο περίφημος «τρισχιλιετής ελληνικός πολιτισμός» κατάφερε να διατηρηθεί «καθαρός», παρά τις μεταναστεύσεις, τους πολέμους, τις ξένες κατοχές και τις προσαρτήσεις εδαφών των τελευταίων τριάντα αιώνων, για να φτάσει να κινδυνεύει σήμερα, έπειτα από 20 χρόνια παρουσίας μεταναστών; Δύο πράγματα μπορεί να συμβαίνουν: είτε ο ελληνικός πολιτισμός να έχει κάποιου είδους ανωτερότητα που να τον κρατάει απρόσβλητο υπό οποιεσδήποτε συνθήκες (τότε όμως προς τι η ανησυχία;), είτε «καθαρή» εθνική ταυτότητα και «καθαρός» πολιτισμός να μην υπήρξαν ποτέ και πουθενά, αλλά να (ανα)συγκροτήθηκαν τους τελευταίους αιώνες και σε διάφορες πολιτικές συνθήκες, παίρνοντας κάθε φορά διαφορετικό περιεχόμενο. Η ιστορία και η κοινή λογική υπαγορεύουν το δεύτερο.

7. Οι μετανάστες «μας παίρνουν τις δουλειές», «οι παράνομοι ρίχνουν τα μεροκάματα»

Πολλές από τις δουλειές όπου απασχολούνται μετανάστες δεν ενδιαφέρουν πλέον τους ντόπιους: μπορούμε να μιλάμε για χωριστές αγορές εργασίας που δεν επικοινωνούν μεταξύ τους. Υπάρχουν, ωστόσο, κλάδοι της οικονομίας όπου ακόμα ντόπιοι και μετανάστες συνυπάρχουν. Κάποιοι ισχυρίζονται ότι εκεί, ειδικά οι «χωρίς χαρτιά», συμπιέζουν τις απολαβές και τα δικαιώματα (εργασιακά και ασφαλιστικά) των ντόπιων, επειδή δέχονται να δουλέψουν «μαύρα», για ένα κομμάτι ψωμί. Οι ρίζες αυτής της λογικοφανούς «ανάλυσης» μπορούν να ανιχνευτούν στις αρχές της δεκαετίας του ’90 (αθρόα είσοδος μεταναστών -Αλβανών κυρίως-, συμπίεση μισθών στον κλάδο της οικοδομής). Είναι γνωστό ότι ήταν τότε που οι κατασκευαστικές εταιρείες άρχισαν να χτίζουν την μικρή αυτοκρατορία τους.

Το κεφάλαιο «ήθελε» και «θέλει» τους μετανάστες όσο το δυνατόν χωρίς δικαιώματα, «εκτός κοινωνίας» και, φυσικά, εκτός συνδικαλισμού: α) για να τους εκμεταλλεύεται ευκολότερα, β) για να πιέζει τους μισθούς, καθώς και τα εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα όλων, γ) για να εξασφαλίζει ότι οι ντόπιοι εργαζόμενοι «δεν τα βάζουν με το αφεντικό», αλλά με τον μοναδικό που βρίσκεται πιο κάτω από αυτούς: το μετανάστη. Γι’ αυτό και οι πολιτικοί εκφραστές των αστικών συμφερόντων -ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και ΛΑΟΣ-, φρόντισαν να κρατήσουν το σύνολο των μεταναστών υπό καθεστώς γενικευμένης ανασφάλειας και τον κόσμο της εργασίας διαιρεμένο σε «ντόπιους» και «ξένους», μολονότι ο κόσμος αυτός έχει κοινές ανάγκες και συμφέροντα.

Οι μετανάστες έγιναν αντικείμενο υπερεκμετάλλευσης σε συνθήκες οικονομικής ανάπτυξης (βλ. ολυμπιακά έργα), στη συνέχεια, όταν οι ρυθμοί της οικονομίας επανήλθαν σε κανονικά επίπεδα, έγιναν «βάρος» [3], και σήμερα, στο φόντο της κρίσης, περιττοί. Ειδικά σήμερα όμως, η Αριστερά οφείλει να δουλέψει για την ταξική ενότητα ντόπιων και μεταναστών σε κάθε χώρο δουλειάς, πέρα από φύλο, καταγωγή και θρησκεία, για τη νομιμοποίηση και την ισότιμη συμμετοχή ντόπιων και μεταναστών στο συνδικαλιστικό κίνημα.

8. Η «υπερβολή» να ζητάμε ανοιχτά σύνορα

Λέγεται συχνά ότι το μεταναστευτικό ζήτημα δε θα λυθεί αν έρθουν όλοι/ες στην Ελλάδα. Αρκεί, όμως, σήμερα να ζητάμε μόνο τη στήριξη από την Ευρώπη των χωρών απ’ όπου φεύγουν οι μετανάστες;

Για τη ριζοσπαστική Αριστερά, η δυνατότητα του κεφαλαίου να δραστηριοποιείται χωρίς περιορισμούς οπουδήποτε ανοίγονται δυνατότητες υψηλής κερδοφορίας, οι πόλεμοι και η καταλήστευση του φυσικού πλούτου από τον «Πρώτο Κόσμο» (δηλαδή και από την Ελλάδα: βλ. επενδύσεις, συμμετοχές σε «ανθρωπιστικούς» πολέμους), δηλαδή όλοι οι παράγοντες που υποχρεώνουν ανθρώπους να μεταναστεύσουν, δεν είναι «φυσικός νόμος». Όσο όμως αυτά ισχύουν, η Αριστερά ακυρώνεται ως δύναμη αλληλεγγύης, ισότητας και ελευθερίας πέρα από σύνορα, αν συμφωνήσει με τις βίαιες και πολυδάπανες πολιτικές των κλειστών συνόρων που εφαρμόζει η Ευρώπη (και η χώρα μας): ναρκοπέδια στα σύνορα, βυθίσεις σκαφών που μεταφέρουν απελπισμένους, διαδικασίες νομιμοποίησης με προϋποθέσεις που αφήνουν σκόπιμα τους περισσότερους απ’ έξω, ισοπέδωση προσφυγικών καταυλισμών, επιχειρήσεις-πογκρόμ της Αστυνομίας στις πόλεις, στρατόπεδα κράτησης και απελάσεις.

Η πολιτική των ανοιχτών συνόρων που προτείνει η Αριστερά για την Ελλάδα και την Ευρώπη απαιτεί την έναρξη μιας ανοιχτής και διαρκούς διαδικασίας νομιμοποίησης ώστε κάθε μετανάστης να ζει με δικαιώματα, νόμιμα, ως πολίτης στη χώρα όπου βρίσκεται: να συμμετέχει στο ασφαλιστικό της σύστημα, να φορολογείται, να περιθάλπεται, να εκπαιδεύεται, να ψηφίζει. Θα ζητάγαμε κάτι λιγότερο για έναν Έλληνα;

[1] Ο Ιός, «Υπερπληθυσμός και Εθνικισμός», Ελευθεροτυπία, 2.1.00

[2] Χ. Πάντζου, «Φτώχεια, η μεγάλη και σιωπηλή τρομοκρατία», Ελευθεροτυπία, 22.10.06

[3] Ά. Τριανταφυλλίδου, «Στην Ελλάδα η μετανάστευση δε φέρνει ανεργία», ΕΛΙΑΜΕΠ, 14.07.08

[4] Μ. Γαλανοπούλου, «Χώρα γερόντων η Ελλάδα το 2060», Αυγή, 12.03.09

[5] Η συμμετοχή των ξένων στην εγκληματικότητα, Βήμα, 14.6.2009

[6] Μ. Καλυβιώτη, «Εγκληματούν με θύματα τους ιδίους», Αυγή, 9.05.09

Advertisements

~ από dikaiomatansyn στο 23 Αύγουστος, 2009.

 
Αρέσει σε %d bloggers: