Άσυλο και δημοκρατία

Άρθρο του Γιώργου Φουρτούνη στην Κυριακάτικη Αυγή (10.4.2009)

Μια μόνο ματιά στην τρέχουσα ύλη των μαζικών μέσων πείθει ότι, μετά τη μάχη για την περιώνυμη «ανακατάληψη» της ΠΟΣΔΕΠ, το ζήτημα του πανεπιστημιακού ασύλου, σε συνάρτηση με (πραγματικά, μεγεθυσμένα ή φανταστικά) φαινόμενα βίαιων καταχρήσεών του, τείνει να αποτελέσει την επόμενη σημαία ευκαιρίας στη γενικευμένη αντεπίθεση του (πολύπλευρου και με αστείρευτες, συχνά αναπάντεχες, εφεδρείες) «κόμματος της τάξης» (σύμφωνα με την προσφυή υπενθύμιση του Σταύρου Κωνσταντακόπουλου) ενάντια στην τάση ριζοσπαστικοποίησης της ανανεωτικής Aριστεράς στη χώρα μας, που σηματοδοτείται με την αύξηση της επιρροής του ΣΥΡΙΖΑ:

Πράγματι, ως μόνιμη επωδός στις ιερεμιάδες εναντίον του ασύλου, επανέρχεται διαρκώς η, άμεση ή έμμεση, αναφορά στην υποτιθέμενη υστερόβουλη απροθυμία του πολιτικού σχηματισμού της Αριστεράς να «καταδικάσει απερίφραστα» τις βίαιες πρακτικές που διεκδικούν την προστασία του ασύλου και να συναινέσει στην αποφασιστική και οριστική διευθέτηση αυτού του προβλήματος, η οποία, όπως ολοένα πιο συχνά και πιο ανενδοίαστα διατυπώνεται, δεν μπορεί να είναι παρά η διόρθωση αυτής της ελληνικής «ανορθογραφίας», του ίδιου του πανεπιστημιακού ασύλου.

Μέσα σε αυτό τον ορυμαγδό δεν έλειψαν οι νηφάλιες φωνές που (χωρίς, βεβαίως, να παραγνωρίζουν τα υπαρκτά προβλήματα) έδειξαν την αναγκαιότητα ανάσχεσης αυτής της επίθεσης, τόσο για την κεντρική πολιτική διάστασή της όσο και για εκείνη που αφορά το δημόσιο πανεπιστήμιο όπως το ξέρουμε, δηλαδή ως εμβληματικό θεσμό της νεωτερικότητας και του Διαφωτισμού. Εγώ απλώς θα ήθελα εδώ να επισημάνω μια ακόμα όψη αυτής της κοινωνικής και πολιτικής σύγκρουσης, έναν ακόμα λόγο που έχουμε να αποκρούσουμε αυτήν τη γενικευμένη απειλή εναντίον του ασύλου.

Με κίνδυνο να προσληφθεί ως κινδυνολογία, ας το πω όσο πιο αιχμηρά μπορώ: η ευόδωση αυτής της επίθεσης, και η υιοθέτηση της επικίνδυνης «λογικής» που την υποστηρίζει και τη συνέχει, θα έρθει να ενισχύσει αποφασιστικά ένα ακροδεξιό αντανακλαστικό που ήδη υπάρχει, λειτουργεί και διεκδικεί ολοένα και μεγαλύτερο χώρο εμπέδωσης στην ελληνική κοινωνία. Εξηγούμαι:

neos-asylo

Μια επίθεση σε εξέλιξη

Η «λογική» αυτής της επίθεσης αρθρώνεται σε δύο βήματα. Το πρώτο από αυτά είναι η ομογενοποίηση όλων των εκδηλώσεων «αντικανονικής» συμπεριφοράς που διεκδικούν την κάλυψη του ασύλου: από φαινόμενα καταστροφών και βιαιοπραγιών μέχρι συλλήβδην τις καταλήψεις, αδιακρίτως και αυτές, χωρίς καμία διαφοροποίηση ως προς την αιτηματολογία, την πολιτική νομιμοποίηση ή την ηθική δικαιολόγησή τους, και από παρεμβάσεις ή παρεμποδίσεις στη λειτουργία συλλογικών ακαδημαϊκών οργάνων και διαδικασιών μέχρι ακόμα και πάγιες διαδικασίες του πανεπιστημιακού κινήματος, ένα μεγάλο εύρος ετερόκλητων πρακτικών και φαινομένων εντάσσονται με το ζόρι σε ένα συνεχές «παραβατικών» αποκλίσεων από την πειθαρχημένη λειτουργία του ακαδημαϊκού θεσμού και υπάγονται στην άκριτη κατηγορία της «βίας». Παράλληλα, η επίκληση του πανεπιστημιακού ασύλου για την προστασία αυτών των πρακτικών και συμπεριφορών χαρακτηρίζεται ως κατάχρηση του συλλογικού δικαιώματος, της συνταγματικής εγγύησης του πανεπιστημιακού ασύλου.

Το δεύτερο βήμα της «λογικής» που διέπει την επίθεση εναντίον του ασύλου έγκειται στο πέρασμα από αυτήν την προκείμενη της «κατάχρησης» του ασύλου στην αμφισβήτηση του ίδιου του ασύλου και, εν τέλει, στο αίτημα για την κατάργησή του. Εδώ είναι, ειδικότερα, που λειτουργεί το ακροδεξιό αντανακλαστικό για το οποίο μιλώ: στην ενοχοποίηση μιας συνταγματικής εγγύησης για την καταχρηστική λειτουργία της (υποτιθέμενη ή ακόμα και ενίοτε πραγματική), στο «επιχείρημα» που, με προκείμενη την κατάχρηση ενός συλλογικού δικαιώματος, συμπεραίνει την αναγκαιότητα κατάργησής του (όπως επισήμανε και ο Γιώργος Κατρούγκαλος στα «Ενθέματα» της 18/4/2009). Ένα παράδοξο στοιχείο αυτής της ακροδεξιάς «συλλογιστικής» είναι ότι επιχειρεί να αντλήσει νομιμότητα από τη δημοκρατία: από το γεγονός, πολύ απλά, ότι «τώρα έχουμε δημοκρατία».

Μια δικτατορία, ένα φασιστικό ή ολοκληρωτικό καθεστώς, θα παραδεχθεί αυτό το ιδιότυπο «επιχείρημα», προφανώς καταργεί ή καταστρατηγεί δικαιώματα και κατοχυρωμένες εγγυήσεις· στη δημοκρατία, όμως, επειδή ακριβώς αυτή εγγυάται όλα τα ουσιώδη δικαιώματα, κάποιες από τις κεκτημένες προστασίες αυτών των δικαιωμάτων είναι άχρηστες όσον αφορά τον διακηρυγμένο στόχο τους και μπορούν να αποτελέσουν θερμοκήπιο αυθαιρεσιών και παρανομιών. Με δυο λόγια, ιδού η παράδοξη «λογική» αυτού του ακροδεξιού συνδρόμου, που ωστόσο ακούγεται όλο και συχνότερα τελευταία: η δημοκρατία, επειδή ακριβώς εγγυάται τα δικαιώματα, μπορεί (και συχνά πρέπει) να τα καταργεί.

Προς επίρρωση αυτού του ισχυρισμού, ας ανακαλέσουμε πόσες φορές ακούσαμε προσφάτως, από όλο και επισημότερα χείλη, μια πολύ οικεία έκφανση αυτής της λογικής σχετικά με τις κάμερες παρακολούθησης: σε μια δημοκρατία όπως η δική μας, όπου τα δικαιώματα (συμπεριλαμβανομένων και των «προσωπικών δεδομένων») όλων των πολιτών απολαμβάνουν επαρκών συνταγματικών εγγυήσεων, η ηλεκτρονική παρακολούθηση αφορά μόνο την πρόληψη και καταστολή παράνομων συμπεριφορών και άρα είναι απολύτως θεμιτή. Συνεπώς, η αντίθεση στις κάμερες είναι ακατανόητη, εκτός και εάν κάποιος θέλει να παρανομήσει ο ίδιος (ή να «χαϊδέψει τα αυτιά» όσων παρανομούν…). Για να μην μιλήσουμε για όλη αυτήν τη γελοιότητα (τρομακτική ωστόσο) σχετικά με τις κουκούλες.

Το ίδιο στρεβλό επιχείρημα υποβαστάζει και την τρέχουσα επίθεση εναντίον του ασύλου: η ιδέα και ο θεσμός του πανεπιστημιακού ασύλου είχε πράγματι έναν ιστορικό ρόλο να παίξει (βλέπετε, είναι κομμάτι δύσκολο να ακυρωθούν πάνω από δέκα αιώνες ιστορίας του ευρωπαϊκού πανεπιστημίου, αλλά και η ζωντανή εμπειρία της ιστορίας της σύγχρονης Ελλάδας)× η σύγχρονη δημοκρατία, όμως, στην οποία η χώρα μας έχει το προνόμιο να μετέχει, εγγυάται παντού την προστασία της ελεύθερης διακίνησης των ιδεών, πόσο μάλλον της επιστημονικής έρευνας και διδασκαλίας.

Συνεπώς, το πανεπιστημιακό άσυλο έχει καταστεί πλέον παντελώς άχρηστο ως προς την ιστορική του αποστολή, και «χρησιμεύει» μόνον ως νησίδα ανομίας, ως αθέμιτη ασυλία παραβατικών συμπεριφορών: ακόμα πιο βαρύγδουπα, σε συνθήκες ώριμης δημοκρατίας, το άσυλο δεν συνιστά πλέον παρά μόνο ένα άβατο απέναντι στη λαϊκή κυριαρχία, μια μαύρη τρύπα στην επικράτειά της: τη θεσμοθέτηση κάποιων ιδιόμορφων «Ζωνιανών».

Μια ακροδεξιά λογική με τα ψιμύθια ενός δημοκρατικού, εκσυγχρονιστικού, «αριστερού» λόγου

Πέρα από τον ανιστόρητο χαρακτήρα αυτής της τοποθέτησης, που προδίδει ασύγγνωστη άγνοια για το τι σημαίνει πανεπιστήμιο, το κρίσιμο θέμα μας εδώ είναι τούτη η επικίνδυνη λογική, «κατά την οποία, όταν υφίσταται κατάχρηση δικαιώματος, θα πρέπει να καταργείται το ίδιο το δικαίωμα», και η οποία «προφανώς θα οδηγούσε στην πλήρη κατάργηση μιας σειράς δικαιωμάτων, ειδικά των δικαιωμάτων συλλογικής δράσης» (Κατρούγκαλος, ό.π.), που έχει βάλει πια στο μάτι το κεντρικό, ιστορικά ευαίσθητο και ισχυρά συμβολικό ζήτημα του πανεπιστημιακού ασύλου.

Θα το ξαναπώ: πρόκειται για μια επί της ουσίας ακροδεξιά «λογική», που ωστόσο συχνά εκφέρεται με τα ψιμύθια ενός δημοκρατικού, εκσυγχρονιστικού, ακόμα και «αριστερού» λόγου : επί παραδείγματι, στη Θεσσαλονίκη, ήταν κάποιοι από τους πιο προνομιακούς συμμάχους της ΑΡΜΕ εκείνοι που περισσότερο επιτακτικά από όλους ζήτησαν αίμα στην πρόσφατη κατάληψη της πρυτανείας του ΑΠΘ (όχι όλοι, ομολογουμένως: υπήρξαν και πιο υπεύθυνες φωνές).

Από αυτή την άποψη, το διακύβευμα του ασύλου εξακολουθεί βέβαια να παραμένει κομβικό για την υπόθεση του δημόσιου πανεπιστημίου, αλλά αποκτά και μια πολύ ευρύτερη εμβέλεια: αφορά πλέον την πάλη εναντίον της συρρίκνωσης και της φαλκίδευσης της δημοκρατίας. Και αυτός είναι ένας ακόμα λόγος για τον οποίο η δική μας Αριστερά, ειδικά μέσα στο πανεπιστήμιο, οφείλει να δώσει επαρκώς τη μάχη του ασύλου: να αποκαλύψει και να αχρηστεύσει τη δραστικότητα αυτής της ακροδεξιάς τοξίνης, που το «κόμμα της τάξης» επιχειρεί να εγχύσει ακόμα βαθύτερα στον υποδόριο ιστό της ελληνικής κοινωνίας.

Αλλά αυτή η μάχη έχει και μια εσωστρεφή διάσταση. Για να αναδείξουμε και να αποδομήσουμε αυτό το ακροδεξιό σύνδρομο και τη λογική του, πρέπει να αρχίσουμε από το πρώτο και απολύτως ουσιώδες βήμα της: την ομογενοποίηση ποικίλων φαινομένων και πρακτικών κάτω από την ομπρέλα της κατάχρησης του ασύλου. Το πανεπιστημιακό κίνημα οφείλει να μην επαναλάβει με τη σειρά του αυτή την ομογενοποίηση, με αντίθετο, θετικό αυτή τη φορά, δηλαδή κινηματικό, πρόσημο: οφείλει να μην ισχυρισθεί ότι καμία από αυτές τις πρακτικές δεν συνιστά κατάχρηση, στο μέτρο που συνιστά εκδήλωση «του κινήματος».

Απέναντι στη βίαιη και καταχρηστική ομογενοποίηση των κυρίαρχων λόγων, όπου περίπου τα πάντα είναι κατάχρηση, θα ήταν απολύτως αυτοκαταστροφικό για το κίνημα να αντιτάξει μια απλώς αντίστροφη ομογενοποίηση, όπου περίπου τίποτα δεν είναι κατάχρηση, και να διεκδικήσει την κάλυψη του ασύλου για όλα όσα συμβαίνουν ή μπορούν να συμβούν μέσα στο πανεπιστήμιο. Να το πω αλλιώς: τη «συλλογιστική» που περνά από την κατάχρηση στην κατάργηση του ασύλου δεν την παλεύεις λέγοντας ότι δεν υπάρχει πρόβλημα κατάχρησης του ασύλου –αντιθέτως, την αφήνεις απολύτως άθικτη. Το πανεπιστημιακό κίνημα, λοιπόν, οφείλει να προβαίνει στις απαραίτητες κάθε φορά πολιτικές διακρίσεις και να στραφεί αυτοκριτικά απέναντι σε εμμονές που συσκοτίζουν τη στάση του απέναντι στο άσυλο. Ένα μόνο παράδειγμα για το πού μπορούν να οδηγήσουν αυτές οι εμμονές ήταν το σοβαρό λάθος κάποιων δυνάμεων του κινήματος, που έθεσαν ζήτημα παραβίασης του ασύλου όταν, πρόσφατα, η Σύγκλητος του ΕΜΠ κάλεσε τη σήμανση για διάρρηξη σε κτίριο του ιδρύματος.

Και ήταν σοβαρό αυτό το λάθος επειδή, πέραν των άλλων, αφορούσε και την ίδια την κατανόηση του ασύλου και, συνεπώς, την αυτογνωσία ίδιου του κινήματος: πανεπιστημιακό άσυλο δεν σημαίνει να μην παρεμβαίνει η δημόσια δύναμη ποτέ και για τίποτα στους πανεπιστημιακούς χώρους· πανεπιστημιακό άσυλο σημαίνει ότι το πανεπιστήμιο, με τα όργανα και τις δυνάμεις του, είναι ο αποκλειστικός αρμόδιος να κρίνει εάν και πότε θα παρέμβει η δημόσια δύναμη. Και αυτή η κρίση, η διά-κριση των περιπτώσεων, η οποία αντιτίθεται στην καταχρηστική ομογενοποίηση των εξουσιών που αποζητούν την πειθάρχηση του πανεπιστημίου, είναι βέβαια ένα διαρκές πολιτικό ζήτημα και καθήκον εκ μέρους του κινήματος.

Στο θέμα του ασύλου, το πανεπιστημιακό κίνημα, για άλλη μια φορά, υπερασπίζεται τη δημοκρατία. Και για να το κάνει, οφείλει να κατανοήσει τη φύση αυτού του κρίσιμου διακυβεύματος. Αν όχι εμείς, ποιος;

Δείτε ακόμα:

Advertisements

~ από dikaiomatansyn στο 14 Μαΐου, 2009.

 
Αρέσει σε %d bloggers: