10 σκέψεις για τον ελληνικό εθνικισμό

1. Ο ελληνικός εθνικισμός δεν εξαντλείται στις γραφικότητες της ακροδεξιάς, τη νοσταλγία για το Μεγαλέξανδρο ή την υπόσχεση ότι θα ξαναπάρουμε την «Πόλη». Δεν περιορίζεται, δηλαδή, στις πιο αναχρονιστικές εκδοχές του που εύκολα απαξιώνονται. Είναι, διαχρονικά, η επίσημη πολιτική και κρατική ιδεολογία, είτε πρόκειται για τον «αντιιμπεριαλιστικό πατριωτισμό» των δεκαετιών ’70 και ’80, είτε για τον εκσυγχρονισμένο εθνικισμό του ’90 και της δεκαετίας που διανύουμε («πρώτα η Ελλάδα», «η Ελλάδα αφεντικό των Βαλκανίων»).

2. Ο ελληνικός –όπως και κάθε εθνικισμός- δεν είναι αναλλοίωτος στο χρόνο. Από τον εθνικισμό της «πτωχής, πλην τίμιας Ελλάδας» έχουμε περάσει, πια, στον εθνικισμό της «ισχυρής Ελλάδας», στο πλαίσιο ενός ευρωκεντρισμού («Ισχυρή Ελλάδα σε μια Ισχυρή Ευρώπη») που «ταιριάζει» στα σύγχρονα -πολιτικά, οικονομικά και γεω-στρατηγικά- δεδομένα: στην ενσωμάτωση του ελληνικού κράτους στους διεθνείς οργανισμούς (Ευρωπαϊκή Ένωση, ΟΝΕ, ΟΟΣΑ, ΝΑΤΟ), στη διάλυση του «ανατολικού μπλοκ» και στο διαμελισμό της Γιουγκοσλαβίας και, βέβαια, στην επέκταση του ελληνικών επιχειρήσεων στα Βαλκάνια.

fans2

3. Παρά το γεγονός, λοιπόν, ότι η εικόνα της αδικημένης ή αμυνόμενης Ελλάδας είναι πολύ δημοφιλής, η συμμετοχή της στους νατοϊκούς βομβαρδισμούς της Γιουγκοσλαβίας το ’99, η αξιοποίηση της διπλωματικής δύναμής της για την ένταξη (ή μη) των βαλκανικών χωρών στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ, οι ελληνικές επενδύσεις στις γειτονικές χώρες μέσα από σχέδια οικονομικής ανασυγκρότησης των Βαλκανίων και η συμμετοχή ελλήνων εθελοντών στη σφαγή των μουσουλμάνων της Σρεμπρέντιτσα το ’95, στο πλευρό του Κάρατζιτς, εξηγούν τι σημαίνει το κλισέ «η Ελλάδα δύναμη σταθερότητας και ανάπτυξης στα Βαλκάνια», για το οποίο θα έπρεπε, τάχα, να είμαστε περήφανοι/ες.

4. Ο ελληνικός εθνικισμός «είναι εδώ», λοιπόν. Το δείχνουν μεταξύ άλλων:
α) ο προσανατολισμός της εκπαίδευσης: η επιμονή των βιβλίων ιστορίας στην «ιστορική συνέχεια 3.000 χρόνων του Ελληνισμού» και το γεγονός ότι το εκπαιδευτικό σύστημα εξακολουθεί να έχει ως αποστολή την καλλιέργεια του «εθνικού φρονήματος» των μαθητών,
β) η υστερική χρήση του αθλητισμού, με τα γνωστά γελοία αποτελέσματα (βλ. Φανή Χαλκιά)
γ) η σιδερένια γροθιά του εθνικισμού: η διατήρηση του στρατού ως άβατου «κολεγίου» που «διδάσκει» εθνικισμό και αυταρχισμό, η εμμονή στον τιμωρητικό χαρακτήρα της εναλλακτικής θητείας (διαρκεί το διπλάσιο της συμβατικής θητείας), η ουσιαστική απαγόρευση της μη θρησκευτικής αντίρρησης συνείδησης και οι διώξεις σε βάρος των αντιρρησιών, αλλά και η αναβάθμιση του ελληνικού στρατού (αποστολές εκτός συνόρων, μετατροπή του αμυντικού δόγματος σε αποτρεπτικό, πανάκριβοι εξοπλισμοί),
δ) η κατηγορηματική άρνηση της ύπαρξης εθνικών μειονοτήτων στην Ελλάδα,
ε) η ξενόφοβη και αφομοιωτική πολιτική για τους μετανάστες, αντί μιας αλληλέγγυας και εξισωτικής πολιτικής, που έχει κοστίσει εκατοντάδες ζωές μεταναστών: από τα ναρκοπέδια του Έβρου, μέχρι τις επιθέσεις σε σπίτια μεταναστών στην Αθήνα και την Κρήτη.

5. Ο εθνικισμός δεν εξαντλείται στις πιο ακραίες ή εξόφθαλμες εκδοχές του, η παρουσία της ακροδεξιάς, ωστόσο, γίνεται όλο και πιο αισθητή τα τελευταία χρόνια. Το μαρτυρούν η είσοδος του ακροδεξιού ΛΑΟΣ στη Βουλή, οι «αγανακτισμένοι πολίτες» στις μαθητικές παρελάσεις, η επιτυχημένη καμπάνια για την απόσυρση του βιβλίου Ιστορίας της Στ’ Δημοτικού (όπως και η αποτυχημένη, παλιότερα, για την αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες). Το μαρτυρά με τον πιο βίαιο τρόπο ο πολλαπλασιασμός νεοφασιστικών επιθέσεων σε βάρος μεταναστών, αριστερών και αντιεξουσιαστών. Ειδικά γι’ αυτές τις τελευταίες, στην αντιφασιστική συγκέντρωση στις 2/2/2008 φάνηκε ότι η ανοχή ή/και κάλυψη από κρατικούς μηχανισμούς (Αστυνομία, δικαστικές αρχές) είναι δεδομένη για τους ακροδεξιούς. Η ενίσχυση άλλωστε, κατά την τελευταία δεκαετία, του κοινωνικού συντηρητισμού και ενός αισθήματος εθνικού μεγαλείου και ανωτερότητας, με τη συνδρομή Εκκλησίας και κυρίαρχων ΜΜΕ (Ολυμπιακοί, Euro, το βέτο της φετινής Άνοιξης στους «Σκοπιανούς») έχουν δημιουργήσει ένα κλίμα ανοχής γι’ αυτά τα φαινόμενα. Η άνοδος της ακροδεξιάς δεν είναι, λοιπόν ούτε ανεξήγητη ούτε …ουρανοκατέβατη. Και σίγουρα δεν είναι ένα περιθωριακό ή ασήμαντο φαινόμενο, όπως μαρτυρούν οι θανατηφόρες επιθέσεις νεοναζί στην Ευρώπη ή οι φασιστικοί χαιρετισμοί στην «ενθρόνιση» του δημάρχου της Ρώμης.

6. Η αντιμετώπιση του εθνικισμού αποτελεί για την Αριστερά βασικό πολιτικό καθήκον. Για την Αριστερά, «η Ελλάδα» δεν μπορεί να ανήκει γενικά «στους Έλληνες» (στους Έλληνες εργαζόμενους ή στο ελληνικό κεφάλαιο;), τα δικαιώματα δεν είναι δυνατό να αφορούν αποκλειστικά «τον Έλληνα εργάτη» (η στέρησή τους από τους μετανάστες ήταν το πρώτο βήμα για τον περιορισμό τους και στους Έλληνες) και ο ελληνικός πολιτισμός δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως «ανώτερος» από τους άλλους. Η Αριστερά δεν μπορεί να αποδέχεται το «Ελλάς-Γαλλία-συμμαχία», (γνωρίζοντας ότι ο Σαρκοζί δεν είναι σύμμαχος αλλά μεσίτης για την πώληση εξοπλισμών), ούτε να πλειοδοτεί σε πατριωτισμό απέναντι στις «ξένες προκλήσεις» (ξέροντας ότι μια τέτοια στάση ισοδυναμεί με πολιτική υποταγή στις κυρίαρχες δυνάμεις). Δυστυχώς, όμως, έχει φανεί ότι ούτε η Αριστερά είναι απρόσβλητη από τον εθνικισμό. Η «αριστερή» εκδοχή του εθνικισμού είναι ο «αντιιμπεριαλιστικός πατριωτισμός»: μ’ αυτή τη λογική, οι ιμπεριαλιστές υποκινούν τους γείτονές μας (ποτέ εμάς…), οι ιμπεριαλιστές αμφισβητούν τα εθνικά μας συμφέροντα στο Αιγαίο (εμείς πάντα αμυνόμαστε…), οι ιμπεριαλιστές και η παγκοσμιοποίηση απειλούν την πατρίδα μας –και εμείς, όπως το ΕΑΜ (στη ναζιστική κατοχή…) πρέπει να την προστατέψουμε.

7. Μόλις πρόσφατα, στην περίπτωση του Μακεδονικού, είχαμε την ευκαιρία να διαπιστώσουμε την εγκυρότητα των παραπάνω παρατηρήσεων. Μπορεί να μην είδαμε εθνικιστικά συλλαλητήρια όπως αυτά του ’92 ή ένα νέο εμπάργκο όπως το ’94, είδαμε, όμως, την κυβέρνηση να αξιοποιεί τον εθνικισμό (των άλλων, εννοείται…) για να ανακτήσει την πολιτική αξιοπιστία της στο εσωτερικό της χώρας και τα δύο μεγάλα κόμματα να ανταγωνίζονται σε «πατριωτισμό» (εμείς είμαστε πάντα πατριώτες: οι άλλοι είναι εθνικιστές). Είδαμε τα επίσημα ΜΜΕ σε ρόλο εκφωνητή του κρατικού εθνικισμού να μιλούν για «κρατίδιο των Σκοπίων» και ακροδεξιές φυσιογνωμίες να προσκαλούνται διαρκώς στα παράθυρα, στο όνομα της «πολυφωνίας». Κι όλα αυτά, με ένα τμήμα της Αριστεράς να βλέπει μόνο «δάκτυλο των ΗΠΑ» και «αποπροσανατολισμό του λαού», πουθενά όμως τον (επίσημο και ανεπίσημο) ελληνικό εθνικισμό και τα δικά της διεθνιστικά καθήκοντα. Τα ίδια –και χειρότερα- άλλωστε, συμβαίνουν και στην περίπτωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων ή του Κυπριακού.

8. Εν μέσω σκανδάλων, ακρίβειας, κατεδάφισης του ασφαλιστικού και ιδιωτικοποιήσεων των δημοσίων υπηρεσιών, το ελληνικό βέτο στην ένταξη της Δημοκρατίας της Μακεδονίας στο ΝΑΤΟ αποτέλεσε πολύτιμη «ανάσα» για την κυβέρνηση, μια επίδειξη ηγεμονισμού του ελληνικού κράτους επί των γειτόνων μας, αλλά και μια ευκαιρία ηθικής-πολιτικής καταξίωσης του ΝΑΤΟ. Η Ελλάδα απέρριψε τους γείτονες, όχι γιατί το ΝΑΤΟ κάνει πολέμους ή από αντιαμερικανισμό, αλλά γιατί οι γείτονες δε δέχτηκαν να «βαφτιστούν» όπως επιθυμεί η ελληνική πλευρά. Για όλα τα παραπάνω, ο ελληνικός «πατριωτισμός» (εθνικισμός της ισχυρής Ελλάδας) είχε και έχει ως επιχείρημα τον «πατριωτισμό» και την «αδιαλλαξία» των άλλων (ανατροφοδότηση των αντίπαλων εθνικισμών). Με αυτά τα επιχειρήματα, ενισχύει τη δική του αδιαλλαξία και διευκολύνει την πρόσδεση των γειτόνων μας στις ΗΠΑ.

9. Ο ελληνικός εθνικισμός δεν είναι μια «φυσιολογική» αντίδραση στην «παγκοσμιοποίηση» (ή την «Ευρώπη», το ΝΑΤΟ, κ.ο.κ) που, δήθεν, απειλεί την πατρίδα μας. Η ίδια η συμμετοχή του ελληνικού κράτους στους οργανισμούς της «παγκοσμιοποίησης» αποβλέπει στην ισχυροποίηση του ελληνικού κεφαλαίου, σε βάρος των εργαζομένων, των νέων, των μεταναστών-τριών και όλων όσων αντιστέκονται στην αδικία και την ανισότητα. Με αυτά ως δεδομένα, ο ελληνικός εθνικισμός δεν είναι παρά η ιδεολογία και η πολιτική του κράτους και του κεφαλαίου, μια «λογική» ξένη προς τις αξίες της αλληλεγγύης, της ισότητας και της ελευθερίας. Αν λοιπόν εναντιωνόμαστε πρώτα στο «δικό μας» εθνικισμό, δεν είναι γιατί κλείνουμε τα μάτια από ευγένεια στον εθνικισμό «των άλλων», αλλά γιατί στη χώρα μας είναι ο «δικός μας» εθνικισμός αυτός που μας εξαπατά, μας χειραγωγεί και μας καταπιέζει.

10. Μπορεί η ελληνική -όπως και κάθε εθνική- ταυτότητα να αποτελεί εν μέρει ένα κατασκεύασμα, μια ματιά όμως στο χάρτη των Βαλκανίων (και όχι μόνο), αρκεί για να πείσει ότι η κατασκευή αυτή είναι από ανθεκτικό υλικό. Με αυτή την έννοια, ο αντιεθνικισμός και ο αντιμιλιταρισμός, το αίτημα της ειρηνικής πολυεθνικής συμβίωσης, της αλληλέγγυας και ισότιμης συνύπαρξης, είναι στις μέρες μας η μόνη πολιτική που μας επιτρέπει να αντιμετωπίσουμε το «διαίρει και βασίλευε» των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, το ρατσισμό της Ευρώπης-φρούριο, τη στέρηση της ιδιότητας του πολίτη στους μετανάστες και τη χειραγώγηση από τους ισχυρούς του κόσμου, στην προσπάθειά τους να διατηρήσουν τα προνόμιά τους. Κι αυτό το αίτημα είναι αποτελεσματικό, όταν διατυπώνεται πρώτα στην ίδια μας τη χώρα.

Advertisements

~ από dikaiomatansyn στο 20 Σεπτεμβρίου, 2008.

 
Αρέσει σε %d bloggers: