Κάμερες, κοινωνία του ελέγχου και κράτος ασφαλείας

εισήγηση του Δημήτρη Μπελαντή σε εκδήλωση του Δικτύου για τα Πολιτικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, με τίτλο «Κάμερες, κοινωνία του ελέγχου και κράτος ασφαλείας» (16.1.2008)

Η πρόσφατη διάταξη για τις κάμερες στις διαδηλώσεις δείχνει την απόλυτη υποκρισία της κρατικής εξουσίας στο ζήτημα της επιτήρησης και του πανοπτικού κράτους. Ενώ , αρχικά, οι κάμερες τοποθετήθηκαν για να «διασφαλίσουν την τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων» το καλοκαίρι του 2004 α) στη συνέχεια «νομιμοποιήθηκαν» να παραμείνουν δήθεν για λόγους παρακολούθησης της κυκλοφορίας και β) εν τέλει και σε αντίθεση με τη θέση ακόμη και της Αρχής Προστασίας των Προσωπικών Δεδομένων αποφασίσθηκε η χρήση τους για την παρακολούθηση των διαδηλώσεων. Σταδιακά, επιχειρήθηκε η νομιμοποίηση της κάμερας στην κοινωνική συνείδηση μέσω της πάταξης της εγκληματικότητας και η σαλαμοποίηση και ελαχιστοποίηση των κοινωνικών αντιδράσεων και αντιστάσεων.

Η διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με άλλες τροποποιεί ριζικά το συσχετισμό δύναμης όσον αφορά τη συμμετοχή σε διαδηλώσεις αλλά και προωθεί σε βάθος τη στρατηγική της κοινωνικής επιτήρησης και του κοινοβουλευτικού «κράτους έκτακτης ανάγκης».

Μια πρώτη και σημαντική διάσταση της νέας ρύθμισης είναι η συνειδητή στρατηγική συρρίκνωσης του δικαιώματος στη διαδήλωση, ενός δικαιώματος που δεν είναι ούτε μόνο ούτε βασικά «ατομικό δικαίωμα» αλλά κυρίως πολιτικό και κοινωνικό δικαίωμα. Η χρήση της κάμερας και μάλιστα προληπτικά σηματοδοτεί μια πολιτική αποτροπής της συμμετοχής στη διαδήλωση. Η χρήση δεν περιορίζεται στις απαγορευμένες διαδηλώσεις (όπου η συμμετοχή ούτως ή άλλως είναι ποινικό αδίκημα στην περίπτωση της άρνησης διάλυσης, θρασύτητα κατά της αρχής) αλλά αφορά όλες τις διαδηλώσεις. Μέσα σε ένα πλαίσιο όπου α) υπάρχει κατ’ αρχήν ένα αρνητικό ιδεολογικό κλίμα για την άσκηση του δικαιώματος στη διαδήλωση και όπου β) εδώ και καιρό προετοιμάζεται η νομοθετική τροποποίηση του θεσμικού νόμου για τις συναθροίσεις σε αυταρχικότερη κατεύθυνση από την ισχύουσα (ν.δ. 794/71) και εμπεδώνεται μια λογική για την χρησιμοποίηση της «μιας λωρίδας κλπ) , εντάσσεται και το μέτρο της παρακολούθησης ακριβώς για να εκφοβίσει και να αποτρέψει τη συμμετοχή στις διαδηλώσεις αλλά και να άρει την άμυνα κατά αυθαιρεσιών της κρατικής εξουσίας.

Το κριτήριο είναι υποτίθεται η διακρίβωση της τέλεσης ή της προετοιμασίας τέλεσης αξιοποίνων πράξεων. Στο σημείο αυτό μάλιστα, στα κανάλια αποστομώνονται συχνά οι εκπρόσωποι της Αντιπολίτευσης, αφού το «κριτήριο δεν είναι η νόμιμη συμμετοχή στη διαδήλωση αλλά η υποτιθέμενη τέλεση εγκληματικών πράξεων.

Κατ’ αρχήν, ο ορισμός ορισμένων δράσεων κατά τις διαδηλώσεις ως εγκληματικών καθορίζεται εκάστοτε από τα όργανα της κρατικής εξουσίας και μάλιστα της εκτελεστικής και της Αστυνομίας ως ειδικού της μηχανισμού. Ο Ποινικός Κώδικας, ψηφισμένος μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο προβλέπει πλήθος αδικημάτων, τα οποία θα μπορούσαν να διαπραχθούν από διαδηλωτές, ορισμένα από τα οποία είναι αδικήματα μη βίαιης αντίστασης (παράνομη βία 330 ΠΚ , θρασύτητα κατά της αρχής, 171 ΠΚ, διατάραξη κοινωνικής ειρήνης, η οποία ρυθμίζει την συλλογική βία χωρίς δυνατότητα εξατομίκευσης) και ορισμένα από τα οποία ρυθμίζουν βίαιη αντίσταση (π.χ. αντίσταση του 167 ΠΚ), ανεξάρτητα από τον επιθετικό ή αμυντικό της χαρακτήρα. Είναι φανερό ότι η κρατική εξουσία θέλει να έχει την πρωτοβουλία ώστε να ελέγξει και αυτούς που αντιστέκονται (βίαια) στην επιθετική καταστολή αλλά και όσους απλώς αντιστέκονται ειρηνικά. Πρυτανεύει η λογική του προληπτικού ελέγχου όλων αυτών των συμπεριφορών. Ο διαδηλωτής ξέροντας ότι παρακολουθείται είτε δεν θα αντισταθεί καθόλου στην βία της εκτελεστικής εξουσίας (όπως π.χ. στα πογκρόμ της άνοιξης του 2007-εκπαιδευτικά συλλαλητήρια ) είτε θα αντισταθεί «στιγματιζόμενος» ως φανατικός, σκληροπυρηνικός, εγκληματίας του κοινού ποινικού δικαίου κλπ. Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι η κοινωνική απαξία αυτού που « εγκληματεί», ενώ παρακολουθείται, θα ενισχυθεί στην κοινωνική συνείδηση αλλά , και η ίδια η δράση θα εσωτερικευθεί στον ίδιο ως μια μάταιη έως πολύ επικίνδυνη πρακτική.

Η αξιολόγηση μιας δράσης στις διαδηλώσεις μέσα από τη χρήση των καμερών θα τροποποιήσει την ίδια τη λειτουργία του δικαστικού μηχανισμού: οι αμφιβολίες πλέον δεν θα συνοδεύουν εκείνο τον κατηγορούμενο που όντως έδρασε κατά των αρχών (ακόμη και μη βίαια), ενώ η εκτίμηση των αστυνομικών αρχών θα επιβραβεύεται από την ανάλυση της λήψης. Η εικόνα συχνά δρα παραμορφωτικά και πάντως δεν λαμβάνει υπ’όψιν κοινωνικές και πολιτικές ερμηνείες και παραμέτρους.

Η δεύτερη διάσταση της διάταξης για τις κάμερες, λαμβάνοντας υπ’όψιν και την συνέχεια πια της χρήσης τους, είναι ακόμη σοβαρότερη από τη συρρίκνωση του δικαιώματος στη διαδήλωση.

Αφορά μια «ατομικοποιητική» και διαρκή γενική στρατηγική επιτήρησης των κοινωνικών υποκειμένων, η οποία αποτελεί καίριο χαρακτηριστικό του ύστερου φορντικού και του μεταφορντικού καπιταλισμού και ιδίως του «μητροπολιτικού» του τμήματος. Η άνοδος των μεταφορντικών και νεοφιλελεύθερων στρατηγικών από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 σηματοδοτεί μια φάση κοινωνικού πολέμου, όπου το αστικό κράτος πρέπει εν όψει των κοινωνικών αναδιαρθρώσεων να διασπάσει και να ελέγξει τα αγωνιστικά κοινωνικά υποκείμενα και ιδίως τα μαχητικά τμήματα της εργατικής τάξης και της αντικαπιταλιστικής τάσης στη νεολαία.

Κρίσιμη αφορμή αρχικά αυτής ήδη από την δεκαετία του ’70 αποτελεί η πάταξη της «αριστερής τρομοκρατίας» στην Ιταλία και τη Γερμανία. Δοκιμάζεται εδώ τόσο η σε πρώτα στάδια πληροφορική τεχνολογία (συγκέντρωση πληροφοριών και αποθήκευση/αξιοποίησή τους μέσω τραπεζών πληροφοριών και παρακολούθηση των «εστιών» της τρομοκρατίας με συσκευές εικόνας και ήχου). Η ανάπτυξη της πληροφορικής και της βιογενετικής τεχνολογίας οδηγεί στην γιγάντωση αυτών των τάσεων με πρόσχημα την τρομοκρατική «εγκληματική δράση» και πριν ακόμη την 11η Σεπτεμβρίου : α) κάμερες παντού σε δημόσιους και ιδιωτικούς χώρους και συσκευές παρακολούθησης ήχου και μέσα σε κατοικίες β) συστηματική χρήση της λήψης DNA σε πολιτικά και κοινά εγκλήματα γ) υποκλοπές τηλεφωνημάτων
Ήδη, από τις αρχές του 1980 ο Γιόαχιμ Χιρς στην ΟΔΓ θα μιλήσει για το «νέο κράτος ασφαλείας» ή το «κράτος επιτήρησης» («Το κράτος ασφαλείας», 1980).

Το κράτος αυτό θα το εισαγάγει η σοσιαλδημοκρατία μέσα από τον κοινωνικό τεχνοκρατισμό του αρχιαστυνομικού Χορστ Χέρολντ και στη συνέχεια θα το συνδιαχειρισθεί με τη Χριστιανοδημοκρατία. Ο αριστερός σοσιαλδημοκράτης Χέρολντ θα επιμείνει και στη λήψη κευνσιανών κοινωνικών παροχών κατά της εγκληματικότητας και θα απογοητευθεί που το μόνο που κληροδοτεί είναι η διόγκωση της προληπτικής καταστολής (Dorothea Hauser).

Η βασική λογική αυτού του μοντέλου στηρίζεται στην επισήμανση ότι η τρομοκρατική δράση αποτελεί αποτέλεσμα κοινωνικών διεργασιών μέσα σε μια ευρύτερη εγκληματογενή ζώνη και ότι η ζώνη αυτή πρέπει να ελεγχθεί κατά τρόπο πολύ ευρύτερο από την δικαστική και ποινική καταστολή.

Ήδη από τη δεκαετία του 1980, η τάση προς το «κράτος επιτήρησης» ως συνιστώσα του «κράτους ασφαλείας», διεθνοποιείται και λαμβάνει τα χαρακτηριστικά των «ζωνών ασφάλειας» και «επιτήρησης» όπως ιδίως με τη Συμφωνία του Σένγκεν το 1985, η οποία κυρώνεται από την Ελλάδα το 1997. Μια ποιοτική ομοιότητα της Συμφωνίας του Σένγκεν με την εθνική αντιτρομοκρατική νομοθεσία είναι η σταδιακή μετατόπιση από τον βασικό εγκληματία και ποινικό κατηγορούμενο στον «ύποπτο» . Αυτό που έχει σημασία είναι ο «ύποπτος» να καταγράφεται, να φακελλώνεται ηλεκτρονικά και να παρακολουθείται για να αποτραπούν/προβλεφθούν μελλοντικές ή παρούσες εγκληματικές συμπεριφορές εκ μέρους του.Ο ύποπτος ή θα προέρχεται από χώρους πολιτικούς με ακραία ιδεολογική και πολιτική δράση ή από χώρους κοινωνικούς ή και εθνικούς/ φυλετικούς με έντονο το στίγμα του επικίνδυνου και του κυριαρχύμενου (εργατική τάξη/μετανάστες κλπ).

Πλέον κύρια όψη αυτής της στρατηγικής δεν είναι η ποινική καταστολή κάποιων πρωτοπόρων αγωνιστών και συλλογικοτήτων και μόνο αλλά ο έλεγχος ευρέων κοινωνικών πλειοψηφιών ώστε να παραμείνουν παθητικές και να μην ενεργοποιηθούν κοινωνικά (Παρασκευόπουλος 2003).

Η ογκούμενη αυτή τάση προς το «κράτος επιτήρησης» θα θριαμβεύσει, βεβαίως,
μετά την 11η Σεπτεμβρίου. Τώρα πια, η έννοια του παρακολουθούμενου «υπόπτου» από περιφερειακή καθίσταται κεντρική.

· Ήδη από την εξέγερση του ΛΑ το 1992, οι συνοικίες των πλουσίων και των επιχειρήσεων δομούνται σε ένα πλέγμα γιγάντιας επιτήρησης ( Mike Davis).
· Ο Πατριωτικός Νόμος παρέχει εξουσιοδότηση, ώστε οι ύποπτοι για τρομοκρατικά αδικήματα να κρατούνται χωρίς κατηγορία για εύλογο χρόνο.
· Οι αντιτρομοκρατικοί Νόμοι του Μπλερ στη Βρετανία ομοίως προβλέπουν την κράτηση υπόπτων χωρίς κατηγορία για διάστημα δεκάδων ημερών. Πρόκειται για την αναβίωση της «ναζιστικής κράτησης προστασίας».

· Οι ΗΠΑ το 2002 επί Υπουργού Εσωτερικών Άσκροφτ θεσμοθετούν ένα Υπερυπουργείο Κρατικής Ασφάλειας με βασικό καθήκον την παρακολούθηση και ηλεκτρονικ φακέλλωμα των υπόπτων. Συνιστάται μια κεντρική τράπεζα πληροφοριών, η οποία συγκεντρώνει τα προσωπικά δεδομένα εκατομμυρίων πολιτών και προτείνεται, παράλληλα, ένα σύστημα κοινωνικού χαφιεδισμού και παρακολούθησης ανά περιοχή. Η Τράπεζα λόγω κοινωνικών αντιδράσεων δεν προχωρά (Bovard 2003), αλλά προχωρά το σύστημα χαφιεδισμού.
· Η Ε.Ε. θεσμοθετεί και αυτή στις Συμφωνίες -Πλαίσια κατά της Τρομοκρατίας την έννοια του «υπόπτου». Οι περισσότερες χώρες μέλη εισάγουν τη χρήση καμερών σε δημόσιους χώρους για την καταστολή της εγκληματικότητας και της τρομοκρατίας. Η Βρετανία πρωταγωνιστεί με εκατοντάδες χιλιάδες κάμερες σε δημόσιους χώρους πριν από το χτύπημα στο Λονδίνο το 2005. Όπως έδειξε η πραγματοποίηση του ισλαμικού χτυπήματος, η αποτελεσματικότητα των καμερών πέρα από τον χαφιεδισμό σε βάρος των πολιτών δεν εξυπηρετεί τίποτε.
· Tα μέτρα για την παρακολούθηση δεν θα παραμείνουν στο προληπτικό ποινικό επίπεδο.Όπως είναι γνωστό , οι ιδιωτικοί εργασιακοί χώροι στη Δύση κατακλύζονται από συστήματα επιτήρησης, τα οποία α) δρουν αντισυνδικαλιστικά β) στοχεύουν στη μέγιστη απόδοση του εργαζομένου και στην συρρίκνωση της ιδιοπροσωπίας του και του ελεύθερου χώρου/ χρόνου του.

Είναι φανερό ότι η χρήση των «τεχνολογιών επιτήρησης» δημιουργεί μια τεράστια συνταγματική κρίση στις κοινωνίες της Δύσης, του αναπτυγμένου καπιταλισμού. Από τη μια πλευρά δημιουργείται ένα πλέγμα ελέγχου και επιτήρησης εκ μέρους του κεφαλαίου και της καπιταλιστικής εξουσίας, το οποίο καταργεί βάναυσα τα συλλογικά πολιτικά δικαιώματα και τον ιδιωτικό χώρο του εργαζόμενου και του πολίτη. Η συζήτηση περί «απορρήτου» και περί «ιδιωτικού χώρου» καταντά αστεία υπό τις συνθήκες αυτές. Ακόμη και οι φορείς της εξουσίας, όπως έδειξε και η υπόθεση των υποκλοπών στην Ελλάδα το 2006, δεν ξεφεύγουν από τον έλεγχο και η ιδιωτική τους ζωή μετατρέπεται σε κόλαση.

Η κατάσταση αυτή είναι απότοκη μιας μακράς συγκυρίας όπου α) η αντίθεση στην καπιταλιστική αναδιάρθρωση είναι σοβούσα και διάχυτη και δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με μέτρα ποινικής καταστολής και μόνο β) η διεθνής αντιμπεριαλιστική πάλη παίρνει συχνά τη μορφή ενός ευρέος δικτυωμένου ασύμμετρου πολέμου (και Ισλάμ) και γ) υπάρχει η αίσθηση μιας γενικευμένης κοινωνικής δυσαρέσκειας που παίρνει τη μορφή σποραδικών ξεσπασμάτων.

Η συνθήκη αυτή απαιτεί την προληπτική παρακολούθηση και έλεγχο πάνω σε μια ευρεία κοινωνική πλειοψηφία αλλά πρωτίστως στις δυνάμει φυσικές πρωτοπορείες της. Τα μέτρα αυτά είναι μέτρα προληπτικής αντεπανάστασης αλλά δεν είναι κατά κυριολεξία αντεπαναστατικά –αν υπήρχαν επαναστατικές συνθήκες, η απάντηση θα ήταν η ωμή καταστολή και όχι το «κράτος ελέγχου».

Η συνταγματική κρίση έγκειται στο γεγονός ότι το Σύνταγμα και η κοινοβουλευτική μορφή διατηρείται, ενώ από κάτω υιοθετούνται ως περιεχόμενα οι μορφές «έκτακτης ανάγκης»-κατάσταση που δεν μπορεί να καταγγελθεί ως φασισμός. Οι συνεχείς θεσμοθετήσεις των εκτάκτων μέτρων δημιουργούν μια «κανονικότητα της έκτακτης ανάγκης», με τους όρους του Αγκάμπεν μιας νομιμότητας που υιοθετεί ως κανόνα την εξαίρεση και απονομιμοποιεί τη φιλελεύθερη νομιμότητα.

Η αντίφαση αυτή-πανοπτικό κράτος , ενώ κηρύσσεται υστερικά η φιλελεύθερη προστασία του «ιδιωτικού χώρου» και των δικαιωμάτων- επιχειρείται να επιλυθεί με νομιμοποιητικούς μηχανισμούς όπως ιδίως οι Ανεξάρτητες Αρχές. Ακόμη και όταν βάλλονται από την κυβέρνηση οι Αρχές επιτελούν ένα έργο συγκάλυψης της δράσης της. Η ίδια η ύπαρξή τους πείθει ότι το σύγχρονο αστικό κράτος ανάγκης παραμένει ένα φιλελεύθερο κράτος.

Η φύση αυτών των μέτρων αλλά και της σύγχρονης εξουσίας συνολικότερα δείχνει ότι οι συμμαχίες των αριστερών και αντικαπιταλιστικών δυνάμεων με τους τίμιους φιλελεύθερους μπορεί μεν να επιτελείται σε ορισμένα επιμέρους μέτωπα αλλά δεν έχει στρατηγικό χαρακτήρα. Η πολιτική αυτή αποτελεί σημείο σύγκλισης όλων των βασικών αστικών δυνάμεων με την πιθανή εξαίρεση της αριστερής σοσιαλδημοκρατίας, όταν είναι αντιπολιτευτική και υπό τον όρο ότι δεν αναλαμβάνει κυβερνητικά καθήκοντα. Από αυτήν την άποψη, η άρνηση της σύγχρονης κατάστασης ανάγκης μόνο ως πτυχή μιας αντικαπιταλιστικής στρατηγικής μπορεί να τεθεί.

Advertisements

~ από dikaiomatansyn στο 16 Ιανουαρίου, 2008.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: